ΟΠΣΝΕ                ΝΟΣΤΟΣ
















Κείμενα – Επιμέλεια:
Βλάσης Αγτζίδης, Ιστορικός

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Η ελληνική επέμβαση στην Οδησσό και η επέκταση της μπολσεβικικής εξέγερσης στον Καύκασο

Η ελληνική επέμβαση στην Οδησσό και η επέκταση της μπολσεβικικής εξέγερσης στον Καύκασο

 

 

Η κατάσταση στη Νότια Ρωσία

 

            Στο χώρο της νότιας Ρωσίας διαμορφώθηκε σκηνικό εμφυλίου πολέμου. Οι τσαρικοί πολεμούσαν κατά των μπολσεβίκων και των συμμάχων τους, ενώ οι αγροτιστές (αναρχικοί) του Νέστορα Μάχνο προσπαθούσαν να παρέμβουν και αυτοί στις πολιτικές εξελίξεις στη νότια Ουκρανία. Ο Γεώργιος Γκουρτζίεφ έγραφε: "Η επιδημία του φανατισμού και του αμοιβαίου μίσους είχε πιάσει όλους τους ανθρώπους..." και ότι ο ίδιος ένοιωθε "περικυκλωμένος από ανθρώπους εξαγριωμένους σαν ζώα, έτοιμους να ξεσκίσουν ο ένας τον άλλον για την παραμικρή λεία..."[152]

 

Αποστολή ελληνικού στρατού

 

            Απόφαση

 

            Mεγάλο πρόβλημα στους Έλληνες που κατοικούσαν στις ελεγχόμενες από τους μπολσεβίκους περιοχές προκάλεσε η αποστολή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Οδησσό τον Ιανουάριο του 1919. Οι συμμαχικές κυβερνήσεις είχαν αποφασίσει την αποστολή στρατού στην επαναστατημένη Ρωσία για την καταστολή της επανάστασης. Η Ελλάδα πιεζόμενη από την Αντάντ συμμετείχε με εκστρατευτικό σώμα 23.351 ανδρών.[153]

 

            Αντιδράσεις μπολσεβίκων

 

                        Στην Οδησσό οι μπολσεβίκοι καθοδηγούσαν πολιτικά 100.000 ντόπιους εργάτες. Στις 20 Φεβρουαρίου 1919, ο Κ. G. Rakovski, πρόεδρος της Προσωρινής Εργατικής και Αγροτικής Κυβέρνησης της Ουκρανίας και Κομισσάριος για τις Εξωτερικές Υποθέσεις διαμαρτυρήθηκε έντονα στην ελληνική κυβερνήση. Στο τηλεγράφημα του Rakovski ήταν σαφώς διατυπωμένη η απειλή κατά των ελληνικών κοινοτήτων.[154] Λίγο αργότερα ο ίδιος σε διακοίνωση διαμαρτυρίας προς τη γαλλική κυβέρνηση, αναφέρθηκε στους "Έλληνες... υπηκόους οι οποίοι ζουν ως τώρα ειρηνικά στην Ουκρανία" και απειλεί ανοιχτά "να λάβει πολύ σκληρά μέτρα εναντίον τους."[155] Mε τις επιθέσεις των μπολσεβίκων κατά των ελληνικών περιοχών, οι Έλληνες κάτοικοί τους προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να φύγουν.[156]

 

            Πεποιθήσεις Ελλήνων αξιωματικών

 

                        Πολλοί από τους Έλληνες αξιωματικούς του εκστρατευτικού σώματος είχαν συμμετάσχει εθελοντικά, θεωρώντας ότι η Ελλάδα έπρεπε να βοηθήσει τη χώρα που στους δύο προηγούμενους αιώνες είχε συμπα­ρασταθεί στους ελληνικούς απελευθερωτικούς αγώνες. Επίσης θεωρούσαν ότι με την εκστρατεία θα προστατεύονταν τα συμφέροντα των εκατοντάδων χιλιάδων ομοεθνών της Ρωσίας[157].

 

                        Απόδοση του στρατού

 

Οι Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν καλύτερα και από τους Γάλλους και από τους εθελοντές των ρωσικών εθνικιστικών τμημάτων[158]. Η αποστολή ελληνικού στρατού στη νότιο Ουκρανία δεν βρισκόταν σε δυσαρμονία με το αίσθημα των Ελλήνων της περιοχής, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων αποδεχόταν τα οράματα της Μεγάλης Ελλάδας.

 

Μαρτυρία Κ. Νίδερ

 

            Ο στρατηγός Κ. Νίδερ, ο οποίος διοικούσε τις ελληνικές δυνάμεις στην Οδησσό, έγραφε χαρακτηριστικά για τους 70.000 Έλληνες της Κριμαίας, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν αποφασιστικά αντίθετοι προς τους μπολσεβίκους, ενώ αντίθετα μεταξύ των 30.000 Εβραίων της Κριμαίας υπήρχαν "οι λυσσωδέστεροι προπαγανδιστές του μπολσεβικισμού."[159]

 

            Η αντίδραση των ντόπιων Ελλήνων

 

            Η άφιξη των ελληνικών δυνάμεων έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την πλειονότητα του ελληνικού πληθυσμώς και από τους Ρώσους αντικομμουνιστές. Η ελληνική κοινότητα Οδησσού οργάνωσε προς τιμή των ελληνικών στρατευμάτων δεξίωση στο Ροδοκανάκειο Παρθεναγωγείο, ενώ τιμητική εκδήλωση επίσης οργάνωσαν και οι Ρώσοι της πόλης στην Ελληνική Λέσχη Οδησσού "Ομόνοια." Οι Έλληνες της Οδησσού αντιμετώπιζαν την επέμβαση του ελληνικού στρατού ως συμβατή με τα ευρύτερα συμφέροντα του ελληνικού έθνους, ενώ οι Ρώσοι έκφρασαν την ευγνωμοσύνη της Ρωσίας προς την Ελλάδα.[160]

 

            Σκέψεις περί Κριμαίας

 

            Η επέμβαση του ελληνικού στρατού έδωσε την ευκαιρία στον ελληνικό πληθυσμό να σκεφθεί διάφορους τρόπους εθνικής επιβίωσης. Σε μια έκθεση των Ελλήνων της νότιας Ρωσίας προτάθηκαν μέτρα τα οποία θα οδηγούσαν στη μετατροπή της Κριμαίας σε μια καθαρά ελληνική χερσόνησο. Η πρόταση αυτή έγινε για να σωθεί "ο εν Ρωσσία ευρι­σκόμενος ελληνισμός", ο οποίος "απέναντι της προελάσεως των Μπολσε­βίκων διατρέχει τον έσχατον κίνδυνον." Υποστηριζόταν η συγκέντρωση όλων των ελληνικών στρατευμάτων, του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος και των τοπικών ελληνικών τμημάτων, τα οποία βρίσκονταν διεσπαρμένα στη Ρωσία.  Μόνο από το Αικατερι­νοντάρ, υποστηρίζει η έκθεση, μπορεί να δημιουργηθεί ελληνικός στρατός 5.000 ανδρών.[161] Στην έκθεση προτείνονταν συγκεκριμένοι τρόποι μεταφοράς του ελληνικού πληθυσμού από την Αζοφική, τη νότια Ρωσία και τον Καύκασο στις πόλεις της Θεοδοσίας, της Γιάλτας, της Σεβαστού­πολης και της Ευπατόριας της Κριμαίας. Υπολογιζόταν ότι μέσα σε δύο μήνες ο ελληνικός πληθυσμός της Κριμαϊκής Χερσονήσου θα είχε φτάσει στον αριθμό των διακοσίων χιλιάδων Ελλήνων. Σύμφωνα με την έκθεση, το νούμερο αυτό θα συμπληρωνόταν ακόμα και αν αναχωρούσε από τη νοτιοανατολική Ρωσία, τον Καυκάσο και τον Αντικαύκασο μόνο το ένα τρίτο των Ελλήνων που κατοικούσαν εκεί. Υποστηριζόταν ότι ακόμα και οι ευκατάστατοι Έλληνες ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν τις περιοχές αυτές και να διαφύγουν από τη Ρωσία για να σώσουν τις ζωές τους.[162]

 

Ελληνική Κομμουνιστική Ομάς Οδησσού

 

                        Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προκήρυξη της Ελληνικής Κομμουνιστικής Ομάδας Οδησσού, από την οποία δημιουργήθηκε το Ελληνικό Τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας,[163] που μοιράστηκε στους Έλληνες στρατιώτες και είχε τίτλο "Προς τους Έλληνας στρατιώτας εις τους οποίους ανέθεσε η πλουτοκρατία να πνίξουν την κοινωνική επανάσταση στην Ρωσσία." Η ομάδα αυτή καθοδηγούνταν το μαθηματικό Παναγιώτη Τομπουλίδη από τον Καύκασο.[164] Η τετρασέλιδη προκήρυξη συντάχθηκε από τον J. Sandoul και τον Ιωαννίδη, ο οποίος ήταν γραμματέας του Ανατολικού Τμήματος Προπαγάνδας.[165] Στην προκήρυξη παρουσιαζόταν η πορεία του αγώνα της απελευθέρωσης των ανθρώπων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Έγραφε ότι τη "μεγάλη ιδέα της απελευθερώσεως των ανθρώπων από το ζυγό του Σατανά, του πλούτου" πρώτα δίδαξε ο Πυθαγόρας και ο Πλάτων και τη σφράγισε με το αίμα του ο Χριστός. Κατόπιν την επεξεργάστηκαν με επιστημονικό τρόπο ο Μαρξ και ο Ενγκελς και "τώρα για πρώτη φορά με επιτυχία αποφασιστική" την πραγματοποιούν ο Λένιν και ο Τρότσκι. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε για να πείσει τους στρατιώτες να συνταχθούν με την επανάσταση ήταν ότι η τσαρική Ρωσία, τα συμφέροντα της οποίας υποστήριζαν "... ήθελε να πάρει την Τραπεζούντα, την Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη ακόμα." Θεωρούσε αυταπόδεικτα τα ελληνικά δικαιώματα στις περιοχές αυτές.[166]

 

Αποχώρηση από την Οδησσό

 

            Με την ήττα των στρατευμάτων της Αντάντ οι Έλληνες της Ομάδας Οδησσού μπήκαν από τους πρώτους στην πόλη. Στις 30 Μαϊου 1919 ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Ελευθέριος Παυλίδης παρέδωσε τα γραφεία της ελληνικής κοινότητας στους Έλληνες εκπροσώπους της τοπικής σοβιετικής αρχής.[167] Τον Ιούνιο του 1919 το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα μεταφέρθηκε στο μικρασιατικό μέτωπο. Μαζί με το εκστρατευτικό σώμα αναχώρησε και πλήθος Ελλήνων της περιοχής, οι οποίοι φοβήθηκαν τα αντίποινα των μπολσεβίκων.

 

            Συνέπειες της επέμβασης

 

                                                Κοινωνικές

 

                        Η εκστρατεία στην Ουκρανία κόστισε βαρύτατα στις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας. Στο υπόμνημα που συνέταξε ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Οδησσού γράφει μεταξύ άλλων: "Η εις Ουκρανία ελληνική εκστρατεία, αναντιρρήτως συνετέλεσε τα μέγιστα εις την καταστροφή τούτων, διότι προηγουμένως οι Έλληνες απελάμβανον παρά τη σοβιετική κυβερνήση επιεικίας και σχεδόν προνομιακής μεταχειρίσεως μεταξύ των λοιπών ξένων υπηκόων."[168]

Μία από τις εκτιμήσεις εκείνης της περιόδου για την πόλη της Οδησσού υπολόγιζε σε 28.000 άτομα αυτούς που αναχώρησαν, από ένα σύνολο 30.000 μελών της ελληνικής παροικίας. Οι Έλληνες έγιναν στόχος των μπολσεβίκων όχι μόνο εξαιτίας της ελληνικής στρατιωτικής επέμβασης, αλλά και γιατί ήταν εξέχοντες παράγοντες στο εμπόριο και στη βιομηχανία.[169]

 

                        Οικονομικές

 

Οι oικονομικές συνέπειες της επέμβασης χρησιμοποιήθηκαν αργότερα από τους σοβιετικούς, όταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση των αμοιβαίων οικονομικών απαιτήσεων μεταξύ Ελλάδας και ΕΣΣΔ. Η σοβιετική πρόταση προέβλεπε ότι η οικονομική απώλεια της Σοβιετικής Ένωσης, που προέκυψε από την ελληνική συμμετοχή στην επέμβαση και τον αποκλεισμό που επιβλήθηκε, αντισταθμιζόταν από τις "σχετικές υλικές ζημίες" που υπέστησαν οι Έλληνες της Ρωσίας από την πολιτική κατασχέσεων των μπολσεβίκων.[170]

 

Νέοι πρόσφυγες

                       

                                                Αιτίες προσφυγοποίησης

 

                        Οι συγκρούσεις των εμπολέμων δημιούργησαν κύματα προσφύγων. Με την κατάληψη της Μελιτούπολης από τους μπολσεβίκους κατέφθασαν στο Κερτς της Κριμαίας, όπου υπήρχε ελληνικό προξενείο, Έλληνες πρόσφυγες. Στην Κριμαία είχαν επιστρέψει Έλληνες κάτοικοι που είχαν φύγει μετά την πρώτη επίθεση των μπολσεβίκων το Μάρτιο του 1919.[171] Οι άτακτες προφυλακές των μπολσεβίκων είχαν προβεί σε σφαγές και λεηλασία του ελληνικού πληθυσμού. Νέοι πρόσφυγες κατέφθασαν στο Κερτς με την κατάληψη της Μαριούπολης. Η προέλαση των μπολσεβίκων στις 24 Μαρτίου 1919 στην Κριμαία δημιούργησε αληθινό πανικό στους προσφυγικούς πληθυσμούς.[172] Σφαγή των Ελλήνων κατοίκων έγινε και στη Χερσώνα. Εκεί οι Έλληνες και οι Εβραίοι κάτοικοί της είχαν ζητήσει την αποστολή ελληνικών δυνάμεων για την προστασία τους. Οι μάχες κράτησαν οκτώ ημέρες. O ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις δέχτηκαν επίθεση και από τους ντόπιους κατοίκους, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είχαν συνταχθεί με τους επαναστάτες.[173] Μόλις αποχώρησαν οι ελληνικές δυνάμεις από την πόλη, οι Έλληνες και Εβραίοι κάτοικοί της σφα­γιάστηκαν από τους μπολσεβίκους.[174] Αντίποινα κατά του ελληνικού πληθυσμού προκάλεσε και ο βομβαρδισμός της Σεβαστούπολης από την "Έλλη." Τότε έγιναν επιθέσεις από Ρώσους κατά του ντόπιου πληθυ­σμού.[175] Πολλοί από τους εναπομείναντες φυλακίστηκαν, ενώ τρεις εκτελέστηκαν.[176] Οι εύποροι Έλληνες εκδιώχθηκαν από τις περιουσίες τους, οι οποίες κατάσχέθηκαν από τους μπολσεβίκους. Τα πλούσια ελληνικά σπίτια παραχωρήθηκαν σε όργανα του κόμματος και σε κοινωνικές οργανώσεις.[177]

 

                                                Μαρτυρίες προσφύγων

 

                        Οι ίδιοι οι πρόσφυγες περιγράφουν τις συνθήκες που επικράτησαν: "... αίφνης εξεδίωξαν ημάς εκ της κατοικίας μας κατασχόντες τας ακινήτους και κινητάς μας περιουσίας, εφύγομεν μη δυνάμενοι να συναποφέρωμεν ουδένα χρήσιμον αποδεικτικόν..." [178] Οι ντόπιοι Έλληνες που έζησαν τα γεγονότα υποστηρίζουν ότι η αντιμετώπισή τους από τους μπολσεβίκους ήταν δεδομένη από τη στιγμή που έφτασε ο ελληνικός στρατός: "... από τη στιγμή που ήρθαν οι δικοί μας να χτυπήσουν τους μπολσεβίκους, δεν είχαμε πια θέση εκεί." [179]

 

                                                Πορείες προσφύγων

 

                        Η πλειοψηφία των φυγάδων μεταφέρθηκε στο μικρασιατικό Πόντο.[180] Πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα ζώντας σε άθλιες συνθήκες.[181] Υπήρχαν Έλληνες της Κριμαίας που έφυγαν για την Αυστραλία, τη Γαλλία κ.α. αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής απ' αυτές που μπορούσε να εξασφαλίσει τότε η Ελλάδα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Π. Μισαξούδη από την Ευπατόρια, ο οποίος κατέφυγε στη Γαλλία παίρνοντας μαζί του μόνο την πολύτιμη συλλογή του με έργα αρχαίας ελληνικής τέχνης.[182]

 

 

Η κατάσταση στη Μαριούπολη

 

                        Στην περιοχή της Μαριούπολης, όπου κατοικούσε πολυάριθμος ελληνικός πληθυσμός, οι Έλληνες οργανώθηκαν σε αυτόνομα στρατιωτικά σώματα αυτοάμυνας. Αντιμετώπισαν όμως και το δίλημμα της συμμετοχής στο πλευρό των εθελοντών (τσαρικών) ή των μπολσεβίκων. Η συμμετοχή του ελληνικού πληθυσμού και στις δύο παρατάξεις συνέβαλε στο να πάθουν καταστροφές και από τις δύο.[183] Στην περιοχή δρούσε και μια τρίτη δύναμη, οι αναρχικοί του Νέστορα Μαχνό. Έτσι συναντούμε Έλληνες και στις τρεις πολιτικές παρατάξεις, που συγκρούονταν στην περιοχή της Μαριούπολης. Δηλαδή στους εθελοντές (τσαρικούς κυρίως), τους μπολσεβίκους και τους αγροτιστές αναρχικούς του Μαχνό. Παρατηρήθηκε φυγή από το στρατό των εθελοντών ως αποτέλεσμα της αυταρχικής συμπεριφοράς των αξιωματικών. Τα εθελοντικά σώματα χρησιμοποιούσαν τους Τατάρους της Κριμαίας, οι οποίοι έτρεφαν παραδοσιακό μίσος κατά των Ελλήνων, για να υποτάξουν με τη βία τους Μαριουπολίτες.[184]

                        H συμπεριφορά των εθελοντικών σωμάτων ανάγκασε πολλά ελληνικά χωριά όπως το Μάγγους, το Στάριι Κριμ, τη Γιάλτα, το Χαράχλα, το Τσαρταχλί και το Κερμεντζούκ να οργανωθούν και να ζητήσουν την υποστήριξη των μπολσεβίκων. Η κίνηση αυτή των ελληνικών χωριών χαρακτηρίστηκε ως "επανάστασις" στα ντοκουμέντα εκείνης της περιόδου που επιτάχυνε την κατάληψη της Μαριούπολης από τους μπολσεβίκους. Ο προσανατολισμός των ελληνικών χωριών προς τους μπολσεβίκους μπορεί να ερμηνευτεί και από την γενικότερη τάση που παρουσίαζε την εποχή εκείνη η αγροτική τάξη της υπαίθρου, η οποία είχε ωφεληθεί από την διανομή της γης των γαιοκτημόνων και της εκκλησίας στους αγρότες. Νίκη των Λευκών (εθελοντών) θα σήμαινε την παλινόρθωση των μεγαλογαιοκτημόνων και την κατάργηση όλων των δικαιωμάτων που είχε κατακτήσει η αγροτική τάξη τα τελευταία χρόνια.[185]

                        Οι εθελοντές έστειλαν εναντίον των Μαριουπολιτών άτακτα σώματα που αποτελούνταν κυρίως από Τατάρους και Πέρσες. Μόνο στο ελληνικό χωριό Μάγγους κατέσφαξαν 400 Έλληνες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Η περιουσία τους λεηλατήθηκε, για να πουληθεί αργότερα δημόσια στην πόλη. Την ίδια τύχη είχαν και άλλες ελληνικές κοινότητες.[186] Η ανάπτυξη στις περιοχές της Μαριούπολης του κινήματος των αγροτικών υπό τον Μάχνο, οι οποίοι έφταναν στον αριθμό των 60.000 οπλισμένων ανδρών, δημιούργησε επί πλέον προβλήματα στον ελληνικό πληθυσμό. Δύο από τα πιο πολυάνθρωπα και πλούσια ελληνικά χωριά της Μαριούπολης, η Γιάλτα και το Μάγγους, συντάχθηκαν με τους μαχνοβίτες. Η κατάληψη των χωριών αυτών από τον Ντενίκιν σήμαινε διαταγή για εκτοπισμό των κατοίκων τους και "κατασκαφή των χωρίων." Ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στην περιοχή πίστευε ότι θα μπορούσε να επιτύχει την αναστολή της εκτέλεσης αυτής της διαταγής.[187] Οι καταλήψεις και ανακαταλήψεις των ελληνικών χωριών από τους εθελοντές, τους μπολσε­βίκους και τους μαχνοβίτες και οι πολλές ζημιές που προξένησαν οδήγησαν τον ελληνικό πληθυσμό στο να περιμένει βοήθεια "μόνον εκ της μητρός Ελλάδος και του Μεγάλου αυτής Κυβερνήτου Βενιζέλου..."[188]

 

Συνθήκες στον Πόντο

 

Πατριωτικό Ίδρυμα Περιθάλψεως

 

                        Την εποχή της επέμβασης στην Οδησσό, έφτασε στο μικρασιατικό Πόντο αντιπρόσωπος του Πατριωτικού Ιδρύματος Περιθάλψεως, για να βοηθήσει στην περίθαλψη των θυμάτων της τουρκικής θηριωδίας. Διανεμήθηκαν τρόφιμα, ενδύματα και ιδρύθηκαν ορφανοτροφεία στην Τραπεζούντα, στη Σινώπη, στην Πάφρα, στη Σαμψούντα και στην Κερασούντα.[189]

 

                                                Οθωμανικές αυθαιρεσίες

 

Η πολιτική κατάσταση στην περιοχή δεν παρουσίασε ιδιαίτερη βελτίωση. Η οθωμανική κυβέρνηση, η οποία εξακολουθούσε να έχει υπό την ευθύνη της τον Πόντο, προσπαθούσε, αν και ηττημένη, να αποτρέψει την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας. Έτσι, διέταξε τις τοπικές αρχές να μην επιτρέψουν την είσοδο στους Έλληνες πρόσφυγες που είχαν φύγει από τη χώρα και επί πλέον να εκδιώκουν εκτός του έδαφους της όσους μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα στην εξουσία της.[190]

 

                        Μαρτυρία Γάλλου προξένου

 

Ο Γάλλος πρόξενος της Τραπεζούντας τόνιζε σε αναφορά του, ότι οι οθωμανικές αρχές δεν κατέστειλαν τις παράνομες εκδηλώσεις των ατάκτων Τούρκων με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι επιθέσεις, τα εγκλήματα να παραμένουν ατιμώρητα και οι νέες γυναίκες που είχαν απαχθεί να παραμένουν φυλακισμένες στις κατοικίες των απαγωγέων τους. Στο περιβάλλον αυτό ήταν αδύνατη η επανεγκατάσταση των προσφύγων, εφ' όσον η επανάκτηση των σπιτιών τους ήταν πρακτικά αδύνατη.[191]

 

Συνθήκες στον Καύκασο

 

                        Εξαιρετικά άσχημη ήταν και η κατάσταση των ελληνικών πληθυσμών στον Καύκασο. Επειδή τα κοινωνικά προβλήματα που είχε δημιουργήσει στους ελληνικούς πληθυσμούς η πολιτική γενοκτονίας των Τούρκων απαιτούσαν καλή καταγραφή και συστηματική εργασία, το ελληνικό υπουργείο Περιθάλψεως συγκρότησε ειδική αποστολή στη νότια Ρωσία και στον Καύκασο για να μελετηθούν οι προσφυγικές ανάγκες. Τη βοήθεια του ελληνικού κράτους είχε ζητήσει τον Μάρτιο του 1919 η Κεντρική Ένωση των Ελλήνων του Αικατερινοντάρ. Η ειδική αυτή αποστολή του υπουργείου Περιθάλψεως έφτασε στο Βατούμι τον Ιούλιο του ιδίου έτους. Η αποστολή χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Το πρώτο είχε κέντρο το Αικατερινοντάρ και περιλάμβανε στη δικαιοδοσία του τη νότια Ρωσία και το βόρειο Καύκασο ενώ το δεύτερο τμήμα με κέντρο την πρωτεύουσα της Γεωργίας Τιφλίδα, περιλάμβανε την Υπερκαυκασία (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν) και το μικρασιατικό Πόντο.[192] Οι πρόσφυγες δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από τη δράση της επιτροπής. Κατάγγειλαν ότι έκανε πολύ λίγα πράγματα για την ανακούφισή τους. Είναι πιθανόν, στην απόγνωσή τους, να ξεσπούσαν στα μέλη της αποστολής, τα οποία επισκέπτονταν τους προσφυγικούς καταυλισμούς συμβουλεύοντας καρτερία και κουράγιο. Η αποστολή έγινε δέκτης διαμαρτυριών για την έλλειψη τροφής, ιατρικής περίθαλψης και της καθυστέρησης των πλοίων. Πολλοί από τους αγανακτισμένους πήγαιναν στην Τιφλίδα, όπου ήταν ή έδρα της για να διαμαρτυρηθούν[193].

 

Εμφύλιος πόλεμος στη Ρωσία

 

Μάχες και λεηλασίες

 

                        Ο επαναστατικός πυρετός άρχισε να εξαπλώνεται στις περιοχές της νότιας Ρωσίας. Σκληρές ήταν οι συγκρούσεις μεταξύ των μπολσεβίκων και των κοζάκων[194] Η ασυδοσία των λευκών στρατευμάτων του Ντενίκιν και η πίεση που ασκούσαν στους πληθυσμούς, κατάφεραν να μεταστρέψουν μεγάλες μάζες εναντίον τους.[195] O πρόξενος της Ελλάδας στο Νοβοροσίσκ πληροφορούσε το υπουργείο Εξωτερικών ότι κατά τη διάρκεια της κατάληψης της πόλης από τους μπολσεβίκους εφάρμοζαν κατά πάντων την τακτική της λεηλασίας και της διαρπαγής εμπορευμάτων, χρημάτων, επίπλων και κάθε κινητού, ακόμα και του πιο ασήμαντου.[196] Πολλοί στρατιώτες λιποτακτούσαν και συντάσσονταν με τα στρατεύματα των μπολσεβίκων.[197] Παντού δημιουργούνταν ένοπλες επαναστατικές επιτροπές.

 

            Η μπολσεβικοποίηση του Κριμσκ

 

Πολλές φορές, την υπαγωγή ενός χωριού στη σοβιετική εξουσία αποφάσιζαν οι τοπικές συνελεύσεις. Για παράδειγμα: Στις 18 Δεκεμβρίου 1917, σε συνέλευση των μπολσεβίκων του ελληνικού χωριού Κριμσκ, οι οποίοι ήταν στην παρανομία, των στρατιωτών που είχαν επαναστατικές τάσεις και των κοζάκων του 1ου Συντάγματος του Ταμάν αποφασίστηκε η σοβιετική κυριαρχία. Εκλέχτηκε επταμελής Επαναστατική Επιτροπή (Rev. Kom.). Τέτοια επιτροπή είχε δημιουργηθεί και στο ελληνικό χωριό Μερτσάν με πρωτοβουλία στρατιωτών που είχαν λιποτακτήσει από το γερμανικό και καυκασιανό μέτωπο.[198] Μέσα σ' αυτούς ήταν ο Στυλιανός Καραγιώρ του Ιωάννου και ο Καρασάβοφ, ένας από τους πρώτους δασκάλους του Εκκλησιαστικού Σχολείου.[199] Ο πρώτος εκλέχτηκε πρόεδρος της ένοπλης ομάδας του χωριού και ο δεύτερος πρόεδρος του Rev. Kom. Σε βοήθειά τους ήρθε ο Αγγελής Μυρόνοφ, εκπρόσωπος από το Rev. Kom. του γειτονικού Αμπίνσκ. Το πρώτο πράγμα που έγινε ήταν η συγκρότηση ένοπλης ομάδας, η οποία περιλάμβανε 85 άτομα.[200] Στα ντοκουμέντα του μουσείου του Μερτσάν αναφέρεται: "... Στην ομάδα γράφτηκαν γιατί πίστεψαν στο δίκιο των μπολσεβίκων. Φόρεσαν το καπέλο με την κόκκινη λωρίδα, το κόκκινο σήμα στο στήθος. Πήραν τη καραμπίνα και πήγαν να πολεμήσουν για τα Σοβιέτ, για την καλύτερη και ευτυχισμένη ζωή."[201]

                        H ομάδα του χωριού Μερτσάν θεωρείται από τις πιο συνειδητοποιημένες της κοιλάδας του Κουμπάν. Στις 17 Ιουνίου σε συνεδρίαση όλων των επαναστατικών επιτροπών της περιοχής αποφασίστηκε η κατάληψη του Αικατερινοντάρ και η απώθηση των λευκών στρατευμάτων. Πριν μεταβεί η ένοπλη ομάδα του Μερτσάν στην προγραμματισμένη συγκέντρωση όλων των κόκκινων στρατευμάτων, παρέλασε μέσα στο χωριό έχοντας μπροστά την κόκκινη σημαία που έγραφε: "Ολη η εξουσία στα σοβιέτ." Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο νέος διοικητής Στυλιανός Καραγιώρ. Το σύνθημα που επικρατούσε είναι: "Εμπρός, μπολσεβίκοι του Μερτσάν, εμπρός για τη σοβιετική εξουσία." [202] Μετά την παρέλαση αυτή η ένοπλη ομάδα ενώθηκε με τις ομάδες των άλλων χωριών. Αρχικά έφτασαν οι ομάδες του Νοβοροσίσκ, ακολούθησε η ομάδα του Κριμσκ και τέλος της Ανάπας. Στις πρώτες μάχες του Ιανουαρίου του 1918 αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν για να επιτεθούν με μεγαλύτερη ένταση δύο μήνες αργότερα και να καταλάβουν το φρούριο των Λευκών του Κορνίλοφ στο Αικατερινοντάρ.[203] Στη συνέχεια, όπως πληροφορούμαστε από τα ντοκουμέντα του αρχείου του Μερτσάν: "Οι κόκκινες στρατιές επέστρεψαν με δόξα σπίτι τους." [204] Λίγο αργότερα το ένοπλο τμήμα του Μερτσάν έφυγε για να πολεμήσει κατά των Λευκών στο Ντον και στο Τερέκ (κοντά στο Τσερκέζ). Στη συνέχεια πήγε στο Κριμσκ, στο Νοβοροσίσκ, στο Τουαψέ κ.λπ., για να ενωθεί τελικά με την 11η Κόκκινη Στρατιά και να συμμετάσχει στην τελική νίκη κατά των Λευκών στη νότια Ρωσία. [205]

 

                        Προβλήματα στο Κρασνοντάρ

 

                        Tο άμεσο πρόβλημα που δημιούργησε στους Έλληνες της περιοχής, και κυρίως στους πρόσφυγες, η κατάληψη του Αικατερινοντάρ από τους μπολσεβίκους ήταν ότι το πρώτο τμήμα της ελληνικής αποστολής του υπουργείου Περιθάλψεως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη νότια Ρωσία. Την τελευταία στιγμή πρόφτασε να στείλει από το Νοβοροσίσκ στην Ελλάδα περίπου 9.000 Έλληνες πρόσφυγες, που προέρχονταν κυρίως από το Καρς.[206] Οι περιοχές που κατέλαβαν οι μπολσεβίκοι εγκαταλείφθηκαν από τους Έλληνες εθνικιστές διανοούμενους. Μαζί τους έφυγαν και διανοητές σαν τον Γεώργιο Γκουρτζίεφ, που πίστευαν ότι σε συνθήκες κομμουνιστικής κυριαρχίας το έργο τους θα γινόταν δυσκολότερο.[207]

 

Ελληνο-μουσουλμανικές συγκρούσεις στον Καυκάσο

 

                        Η πολιτική κατάσταση την Υπερκαυκασία ήταν πολύ τεταμένη και μετά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων. Μέχρι να εδραιωθούν οι Δημοκρατίες της Αρμενίας και της Γεωργίας, οι Έλληνες συγκρούονταν με τους Κούρδους και τους υπόλοιπους μουσουλμάνους των περιοχών. Η καταπίεση ήταν μεγάλη και οι λεηλασίες σε βάρος των Ελλήνων αναρίθμητες. Οπλισμένες ομάδες από τη νεολαία των Ελλήνων με επικεφαλής εμπειροπόλεμους Έλληνες αξιωματικούς δημιουργήθηκαν σε όλα τα χωριά του Κυβερνείου του Καρς. Ανέλαβαν την υπεράσπιση της ζωής των Ελλήνων τόσο εναντίον των επιδρομών των μουσουλμάνων, όσο και κατά μεμονωμένων ομάδων του αρμενικού στρατού. Σκληρές μάχες διεξήχθησαν στα χωριά της Γκιόλια. Δεκατρείς μήνες συνολικά κράτησαν οι συγκρούσεις στο ελληνικό χωριό Ντορτ Κλησιά, το οποίο είχε καλή αμυντική θέση σε ένα λόφο. Οι ένοπλοι του χωριού πήραν την απόφαση να πολεμήσουν μέχρι τέλους και να μην παραδώσουν το χωριό στους Τούρκους.[208] Κατ' αρχάς βοήθησε τους Έλληνες ένας λόχος Γεωργιανών που πέρασε κρυφά τα σύνορα. Στην επόμενη όμως επίθεση των Κούρδων σε βοήθεια έσπευσε ο Έλληνας αξιωματικός Χρ. Αδαμίδης με στρατιωτικό σώμα 300 ανδρών.[209] Μετά την νίκη των Ελλήνων, οι επιτιθέμενοι Κούρδοι κατέφυγαν στην Τουρκία. Στις 16 Μαϊου, επιτροπή των Ελλήνων της περιοχής ζήτησε την επέμβαση της γεωργιανής κυβέρνησης, καθώς και της αγγλικής αποστολής που έδρευε στο Βατούμι.[210]

 

Προσφυγικό πρόβλημα στη Νότια Ρωσία

 

            Επιτροπή Περιθάλψεως

 

                        Στη νότια Ρωσία και στην Υπερκαυκασία εμφανίστηκε έντονο το προσφυγικό πρόβλημα των Ελλήνων. Το ελληνικό υπουργείο Περιθάλψεως, βασισμένο στις εκθέσεις της επιτροπής που είχε αποστείλει, διέθεσε αρχικά πέντε εκατομμύρια δραχμές καθώς και άλλα ποσά σε χρήμα και σε είδη αποκλειστικά για τους πρόσφυγες που κινδύνευαν. Aποστάλθηκε επίσης μια τριμελής επιτροπή αποτελούμενη από τον Νίκο Καζαντζάκη, τον αντισυν/ρχη δικαστικού Ηρ. Πολεμαρχάκη και τον Ι. Ζερβό, για να μελετήσει το προσφυγικό πρόβλημα και το ποντιακό ζήτημα. H Eπιτροπή Περιθάλψεως ήταν αποδέκτης υπομνημάτων των Ελλήνων, οι οποίοι έφυγαν από τον Πόντο κατά τα έτη 1829, 1834, 1858, 1864, 1878-1884 και μετά το 1914, με τα οποία ζητούσαν την παλιννόστησή τους στο μικρασιατικό Πόντο. Στα υπομνήματα αναπτυσσόταν η άποψη ότι με την επανεγκατάστασή τους εκεί "δύναται να στερεωθεί η εθνική ανεξαρτησία του Πόντου." Διαφωνούσαν με τη μετανάστευση στην Ελλάδα γιατί έτσι εξασθενούσε το εθνικό ζήτημα του Πόντου και δημιουργούσε ασυγκράτητο ρεύμα μετοικεσίας στην Ελλάδα, όλων των Ποντίων που βρίσκονταν στη Ρωσία.[211]

 

                        Ο Νίκος Καζαντζάκης

 

                        Ο Ν. Καζαντζάκης τηλεγράφησε στον Ε. Βενιζέλο τα συμπεράσματά του και ανέφερε ότι οι 500.000 Έλληνες της Ρωσίας, είτε πρόσφυγες είτε εγκατεστημένοι από παλαιότερα έτη, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: σ' αυτούς που θέλουν να εγκατασταθούν στον Πόντο και σ' αυτούς που θέλουν να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Ο Καζαντζάκης εκτιμούσε ότι η παλιννόστηση στον Πόντο ήταν απολύτως αδύνατη επί του παρόντος, ελλείψει ασφαλείας. Θεωρούσε ότι η μοναδική προϋπόθεση της παλιννόστησης ήταν η ελληνική ή συμμαχική κατοχή του Πόντου.[212]

                        O Kαζαντζάκης μετέφερε στον Βενιζέλο τις επανειλημμένες αιτήσεις των επιτροπών των Ελλήνων της Υπερκαυκασίας.[213] Την ομάδα αυτή, η οποία επιθυμούσε να μεταναστεύσει στην Ελλάδα, ο Ν. Καζαντζάκης την υπολόγιζε σε 100.000 άτομα. Πρότεινε την άμεση μεταφορά τους στην αν. Μακεδονία, απ' όπου θα έφευγαν οι Μικρασιάτες και Ανατολικοθρακιώτες πρόσφυγες πηγαίνοντας στις απελευθερωμένες πια πατρίδες τους.[214] Για την περίθαλψη των προσφύγων ιδρύθηκαν ειδικές υπηρεσίες στη νότια Ρωσία και στην Υπερκαυκασία. Η Περίθαλψη έκανε μεγάλο αγώνα να εξεύρει τα απαραίτητα για τη διατροφή περισσότερων από εβδομήντα χιλιάδες προσφύγων. Ο Μ. Αιλιανός υποστηρίζει ότι η βοήθεια αυτή ήταν σημαντική και ότι "... άνευ αυτής θα απέθνησκον της πείνης ασφαλώς."[215]

 

Η πολιτική των Επιτροπών

 

                        Η πολιτική των ελληνικών επιτροπών προς τους πρόσφυγες ήταν να αναστρέψουν τις μεταναστευτικές τάσεις προς την Ελλάδα, ώστε να μην αποδυναμωθεί ο χώρος από το ανθρώπινο δυναμικό στην περίπτωση κατά την οποία επεδιώκετο η επίλυση του ποντιακού ζητήματος. Οι επιτροπές κατάφεραν να εμψυχώσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς, να συγκρατήσουν την ολοκληρωτική τους κάθοδο στην Ελλάδα και να τους πείσουν να περιμένουν εκεί μέχρι να ρυθμιστούν τα πράγματα έτσι, ώστε να γίνει κατορθωτή η επανεγκατάστασή τους στον Πόντο. Ετσι προώθησαν την οργάνωση εκατό χιλιάδων ατόμων, των ελληνικών γεωργικών πληθυσμών του Καρς και της Τσάλκας.[216]

 

Προώθηση των μπολσεβίκων

 

                        Οι μπολσεβίκοι εν τω μεταξύ προσπαθούσαν να επεκτείνουν την πολιτική τους επιρροή δημιουργώντας παντού παράνομες οργανώσεις. Τον Μάρτιο του 1919 εξελέγη σε απόμερη συνοικία του Σοχούμι προσωρινή Περιφερειακή Επιτροπή του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (RKP).[217] Επίσης στην πόλη Τσάλκα (τότε Barmaksiz) ιδρύθηκε από το 1918 παράνομος μπολσεβικικός κομματικός πυρήνας, που αποτελούνταν από Έλληνες. Γραμματέας εξελέγη αρχικά ο Παρασκευάς Ν. Αϊντίνοφ και αργότερα ο Γ. Φ. Σαρικιάχοφ.[218]



[152]     I. G. Gurdjieff, Rencontres avec des hommes remar­quables, Παρίσι, εκδ. Monde Ouvert, 1979, σ. 338.

[153]     Ανδρεας Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989, σ. 54, Δημήτρης Φωτιάδης, Ενθυμήματα, τόμ. 1, Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1981, σ. 167.

[154]     Ν. Petsalis-Diomidis, "Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign", Balkan Studies, τόμ. XIII, αριθ. 2 1972, σ. 240.

[155]     Ανδρέας Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989,  σ. 57.

[156]       Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της οικογένειας Αφεντουλίδη, η οποία έφυγε από την Μπαλακλάβα της Κριμαίας για την Αθήνα τον Απρίλιο του 1919, αμέσως μετά την επίθεση των μπολσεβίκων κατά της πόλης. (ΙΣΑ-Ιδιωτική Συλλογή Αφεντουλίδη, Υπόμνημα Κωνσταντίνου Αφεντουλίδη, Αθήνα 30-3-1933.) Για την καταγωγή της οικογένειας Αφεντουλίδη, το υπόμνημα αναφέρει τα εξής: "Καταγόμεθα εκ Μικράς Ασίας, περιφέρειας Χαλδείας του νομού Τραπεζούντος. Το 1918 έτος μετοικίσαμεν εις Ρωσσίας και εγκατεστάθημεν εν τη κωμοπόλει Μπαλακλάβα παρά τη πόλει Σεβαστουπόλει της Κριμαίας του νομού Ταυρίδος".

[157]     Κ. Νίδερ, "Η εκστρατεία της Ουκρανίας", Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαιδεία, Αθήνα, 1927-1928, τομ Ι, σ. 111, 119.

[158]     Το ελληνικόν εκστρατευτικόν σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν, εκδ. Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, 1955, σ. 72. Παρ' όλο που οι Ελληνες στρατιώτες επηρεάστηκαν λιγότερο από την μπολσεβικική προπαγάνδα απ' όσο οι Γάλλοι, εν τούτοις η σοβιετική εφημερίδα Betnota έγραφε στις 6 Απριλίου 1919 ότι "Η φυλακή της Οδησσού είναι γεμάτη από Ελληνες φαντάρους που αρνήθηκαν να πολεμήσουν κατά των σοβιετικών στρατευμάτων" (Από το άλμπουμ Σοβιετική Ένωση, ειδική έκδοση σε 22 γλώσσες για τα 50 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση, 1987.) Δεν γνωρίζουμε την βαρύτητα της παραπάνω πληροφορίας. Ο A. Gukovsky, στην Εισαγωγή του έργου του Frantsuskaya Interventsia na Yuge Rossii 1918-1919, που δημοσιεύει το 1928 και αποτελεί μια καλά θεμελιωμένη έρευνα για την επέμβαση αυτή, γράφει: "Ηταν πολύ δύσκολο να πλησιάσει κανείς τους Ελληνες. Τα εμπόδια ήταν η έλλειψη γνώσεως της ελληνικής γλώσσας και τα πατριωτικά αισθήματα των στρατιωτών..." (Ανδρέας Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989,  σ. 56).

[159]     Κ. Νίδερ, "Η εκστρατεία της Ουκρανίας", Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαιδεία, Αθήνα, 1927-1928, τόμ. Ι, σ. 254.

[160]     Κώστας Φωτιάδης, "Ο ελληνισμός της Οδησσού 1918-1921", εισήγηση στο συνέδριο Οι Έλληνες στην Ουκρανία (18ος-20ος αι.) Κοινωνική Ζωή, Εμπόριο, Πολιτισμός, Οδησσός, 25 Σεπτεμβρίου - 2 Οκτωβρίου 1996.

[161]     AYE (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών),, 1919, Α/5/VI, υπόμνημα του Ιωάννου Κεπετζή, εκπροσώπου των Ελλήνων της Νοτίου Ρωσίας, προς την ελληνική κυβέρνηση.

[162]     AYE (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών), 1919, Α/5/VI, υπόμνημα του Ιωάννου Κεπετζή, εκπροσώπου των Ελλήνων της Νοτίου Ρωσίας, προς την ελληνική κυβέρνηση.

[163]     Παναγιώτης Νούτσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, τόμ. 2, Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1991, σ. 488.

[164]     Γιώργος Φαρσακίδης, Η πρώτη πατρίδα, Αθήνα, χ.χ., σ. 111-120. H συμμετοχή των Ελλήνων στον εμφύλιο πόλεμο, άλλων στο πλευρό των λευκών και άλλων στο πλευρό των μπολεσίκων, ενέπνευσε την ελληνική λογοτεχνία του μεσοπολέμου στην Σοβιετική Ενωση. Ο Γιάγκος Κανονίδης περιγράφει στο ποίημά του ΄΄Ο Κόκκινος Οχτώβρης" τον διχασμό αυτό:

 

Στους άσπρους ο πατέρας

στους κόκκινους ο γιός

πατέρας για το γιό

αλύπητος εχτρός.

 

[165]     Παναγιώτης Νούτσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, τόμ. 2, Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1991, σ. 488.

[166]     Eλευθέριος Παυλίδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα, 1953,  σ. 57-60, Αλέξης Αλεξανδρής, "Η ανάπτυξη του εθνικού πνεύματος των Ελλήνων του Πόντου 1918-1922: Ελληνική εξωτερική πολιτική και τουρκική αντίδραση", Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, επιμ. Θάνος Βερέμης - Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, Αθήνα, 1980, σ. 440.

[167]     Ελευθέριος Παυλίδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα, 1953,  σ. 185.

[168]     Γιώργος Φαρσακίδης, Η πρώτη πατρίδα, Αθήνα, χ.χ.,  σ. 104.

[169]     Ανδρέας Η. Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989, σ. 26.

[170]     Την άποψη αυτή πρόβαλε ο Ποτέμκιν κατά τη διάρκεια των ελληνοσοβιετικών συνομιλιών για τη σύναψη σχετικής συμφωνίας. Δεν παρουσίασε αριθμούς, για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι οι πολεμικές ζημίες που είχε προκαλέσει ο ελληνικός στρατός στην ΕΣΣΔ υπερέβαιναν ή ισοφάριζαν την αξία των ελληνικών περιουσιών που είχαν κατασχεθεί. (Ανδρέας Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989, σ. 258).

[171]     ΙΣΑ-Ιδιωτική Συλλογή Αφεντουλίδη, Υπόμνημα Κωνσταντίνου Αφεντουλίδη, Αθήνα 30-3-1933.

[172]     Aπό έκθεση του προϊσταμένου του ελληνικού προξενείου του Κερτς στις 31 Μαρτίου 1919 στο γενικό προξενείο της Ελλάδας στο Αικατερινοντάρ [ΑΥΕ-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1919, Α/5/VI(25), "Περίθαλψις των εν Ρωσία Ελλήνων και παλιννόστησις αυτών εις την Ελλάδα και Πόντον", αρ. πρ., 275, Αικατερινοντάρ, 4-4-1919]

[173]     Διονύσης Θωμαϊδης, Ενοπλες μνήμες, Αθήνα 1984, σ. 15.

[174]     Η εφημερίδα The New York Times, παρουσιάζει στα φύλλα της 20ης και 21ης Μαρτίου την κατάληψη της Χερσόνας από τον ελληνικό στρατό και τη σφαγή που ακολούθησε την αποχώρησή του (Α. Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989,  σ. 54).

[175]     "Στη Σεβαστούπολη ήταν χιλιάδες Πόντιοι. Οι Ρώσοι μετά τους βομβαρδισμούς της "Ελλης" θύμωσαν μαζί μας." (ΑΚΜΣ, φάκ. 524, μαρτυρία Στέλλας Μαρμαροπούλου.)

[176]     Ελευθέριος Παυλίδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα, 1953,  σ. 72. Από το Σεπτέμβριο του 1918 είχε θεσπιστεί επίσημα η "κοκκινη τρομοκρατία", όταν το Λαϊκό Επιτροπάτο των Εσωτερικών εξέδοσε διάταγμα με το οποίο θα συλλαμβάνονταν όμηροι από την αστική τάξη σε αντίποινα για τις επιθέσεις εναντίον σοβιετικών ηγετών. Λίγο αργότερα το Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού διακήρυξε πως σαν απάντηση στη Λευκή Τρομοκρατία θα άρχιζε η Κόκκινη Τρομοκρατία. Έτσι σ' ολόκληρη τη χώρα εκτελέστηκαν τουλάχιστον 5.000 πρώην αξιωματικοί, γαιοκτήμονες και βιομήχανοι. (Άντριους Ροθστάϊν, Από το Ποτέμκιν στο Στάλινγκραντ. Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, εκδ. Χρόνος, 1954, σ. 125)

[177]       Για πολλά χρόνια αργότερα, θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται το όνομα του αρχικού ιδιοκτήτη για να οριστεί το κάθε κτίριο. (L. G. Goldfale-Y. L. Grossman, Efpatoria-Saki, Kouroptnik Spraboynik, Μόσχα, εκδ. Narkomzdrava RSFGR, 1927, σ. 58.)

[178]     ΙΣΑ-Ιδιωτική Συλλογή Αφεντουλίδη, Υπόμνημα Κωνσταντίνου Αφεντουλίδη, Αθήνα 30-3-1933.

[179]     ΑΚΜΣ, φάκ. 642, μαρτυρία Αναστάσιου Παπαδόπουλου, 20-2-63.

[180]     Αλέξης Αλεξανδρής, "Η ανάπτυξη του εθνικού πνεύματος των Ελλήνων του Πόντου 1918-1922: Ελληνική εξωτερική πολιτική και τουρκική αντίδραση", Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, επιμ. Θάνος Βερέμης - Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, Αθήνα, 1980, σ. 465. Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, τόμ. ΙΕ, σ. 112.

[181]     Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο Νικόλαος Χειμώνας, διάσημος τότε ακαδημαϊκός και διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών της Πετρούπολης ("Nicholas Cheimonas", Greek Painting 1832-1922, Αθήνα, εκδ. National Bank of Greece, χ.χ., σ. 41.)

[182]     Με την άφιξή του στη Γαλλία, οι Γάλλοι ουσιαστικά κατάσχεσαν τη συλλογή, εφ' όσον τον υποχρέωσαν να την πουλήσει στο μουσείο του Λούβρου έναντι πινακίου φακής (Θ. Βασιλικιώτης, "Από τη ζωή των Ρώσων", περ. Το Δέντρο, τεύχ. 37-38, σ. 96-102.) Μεταξύ άλλων Ελλάδα έρχονται από την Ευπατόρια οι οικογένειες Βασιλικιώτη, Χρυσινόπουλου, Μαρτζουβάνοφ, Μισαξούδη κ.λπ.

[183]     AYE-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1919, Α/5/VI(25).

[184]     AYE-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1919, Α/5/VI(25). Βλ. επίσης: Κώστας Φωτιάδης, Μαριούπολη: Δικαίωμα στη μνήμη, Αθήνα, εκδ. Ηρόδοτος, 1990.

[185]     Κώστας Παπαϊωάνου, Η γέννηση του ολοκληρωτισμού, Αθήνα, εκδ. Εναλλακτικές εκδοσεις, 1991, σ. 307.

[186]     AYE-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1919, Α/5/VI(25), περίθαλψις των εν Ρωσία Ελλήνων και παλιννόστησις αυτών εις Ελλάδα και Πόντον, αρ. πρ. 6009.

[187]     AYE-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1919/Α5/VI(15), Πόντος. Ενέργειαι δια την πολιτικήν αποκατάστασιν του ποντιακού ελληνισμού και δια την παλιννόστησιν των προσφύγων, αρ.πρ. 39. Επίσης Βλάσης Αγτζίδης, "Οι Ελληνες Πόντιοι στο επαναστατικό κίνημα", περ. Σχολιαστής, τεύχ. 58, Ιανουάριος 1988, σ. 56. "Οι Πόντιοι στο Μαχνοβίτικο Κίνημα", περ. Ανθη του Κακού, τεύχ 2, Φεβρουάριος 1988. Ν. Νικητίδης-Τ. Παππάς, "Οι Πόντιοι της ΕΣΣΔ", εφημ. Ελευθεροτυπία, 9 Αυγούστου 1987.

[188]     AYE, 1919, Ειδικός φάκελος αλύτρωτων, αρ. πρ. 403.

[189]     Μιχ. Χρ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, έκδ. Υπ. Εξ., 1921,  σ. 85-90.

[190]     Σε έκθεση (αριθ. 61 της 14ης Ιουνίου 1916) του Γάλλου πρόξενου στην Τραπεζούντα Lepissier αναφέρεται ότι με βάση την εντολή αυτή, ο βαλής της Τραπεζούντας απαγόρευσε την αποβίβαση των Ελλήνων προσφύγων, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει από το Νοβοροσίσκ με το ατμόπλοιο "Πηνειός". Η αποβίβαση έγινε εφικτή μετά από παρέμβαση του Γάλλου ταγματάρχη Enchery, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την αναδιοργάνωση της τουρκικής χωροφυλακής, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής. (Χάρης Τσιρκινίδης, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε, Θεσσαλονίκη, έκδ. Παναγία Σουμελά, 1993, σ. 108-109.)

[191]     Χάρης Τσιρκινίδης, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε, Θεσσαλονίκη, έκδ. Παναγία Σουμελά, 1993, σ. 111.

[192]     Μιχ. Χρ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, έκδ. Υπ. Εξ., 1921, σ. 85-90.

[193]     Ευάγγελος Ηλιάδης, Νέος Καύκασος. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα, 1989,  σ. 81.

[194]     Ευάγγελος Ηλιάδης, Νέος Καύκασος. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα, 1989,  σ. 75.

[195]     K. X. Ihdzibeli, Drebniyia Gorgippia, Anapa i Sovetskie Greki, Μόσχα, εκδ. Moskov­skoye Obsestvo Sovietskih Grekof, 1990, σ. 6-9.

[196]     AYE-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, A/5VI, προξενείον εν Νοβορωσσίσκη προς υπ. Εξωτερικών.

[197]     "Αναμνήσεις", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 64, 25 Μαρτίου 1922, σ. 1.

[198]     Το χωριό αυτό ιδρύθηκε το 1864 από Ελληνες μετανάστες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για το όνομά του υπάρχουν δύο ερμηνείες. Η πρώτη ότι προέρχεται από την αντιγκέϊκη λέξη "Μερτσάνκα" που θα πει ποτάμι και η δεύτερη ότι είναι παραμορφωμένη η λέξη "Μερτσίκ", που θα πει "μετρητής" και χρησιμοποιόταν πολύ όταν μετρούσαν και μοίραζαν τη γη κατά την πρώτη φάση της εγκατάστασης των Ελλήνων. (G.A.K.K.- Κρατικό Αρχείο Περιοχής Κρασνοντάρ, 352/415,538, Osnomnie Dokumenty Kraievogo Arhiva, Krasnondar. Oustanovlenie Sobetskoi Vlasti v celo Mert­sanskom, Μερτσάνσκογε, εκδ. Muzei Mertsankoge.).

[199]     L. Lisaia, "Celo Mertsanskoge", εφημ. Prizif, Γελεντζίκ 30 Δεκεμβρίου 1982.

[200]     Τ. Maliouga, "Greki na Koumpani", εφημ. Prizif, 7 Απριλίου 1984.

[201]     Oustanovlenie Sovetskoi Vlasti v celo Mertsankom, Μερτσάνσκογε, εκδ. Muzei Mertsankoge.

[202]     Στην παρέλαση αυτή, στην οποία τα πάντα ήταν κόκκινα, τραγουδιόταν το εξής ρωσικό τραγούδι:

 

Άφοβα θα πάμε εμείς στη μάχη

για την εξουσία των Σοβιέτ.

Και όλοι θα πεθάνουμε

για τον αγώνα αυτό

Σκάζουν τα πολεμοφόδια

κροταλίζουν τα πολυβόλα

αλλά αυτά δεν φοβούνται

οι κόκκινοι λόχοι.

 

(Oustanovlenie Sovetskoi Vlasti v celo Mertsankom", Μερτσάνσκογε, εκδ. Muzei Mertsankoge)

[203]     Τ. Maliouga, "Greki na Koumpani", εφημ. Prizif, 7 Απριλίου 1984, L Lisaia, "Celo Mertsanskoge", εφημ. Prizif, Γελεντζίκ 30 Δεκεμβρίου 1982.

[204]     Oustanovlenie Sovetskoi Vlasti v celo Mertsankom, Μερτσάνσκογε, εκδ. Muzei Mertsankoge.

[205]     "Όλη αυτή την πορεία την έκαναν κουρασμένοι, πεινασμένοι, χωρίς καλό οπλισμό και πολεμοφόδια και με μεγάλη πίστη και αποφασιστικότητα." (Oustanovlenie Sovetskoi Vlasti v celo Mertsankom, Μερτσάνσκογε, εκδ. Muzei Mertsankoge)

[206]     Μιχ. Χρ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, έκδ. Υπ. Εξ., 1921, σ. 85-90.

[207]     Φίλιππος Χαλάς, Γκουρτζίεφ (Γεώργιος Ιωάννου Γεωργιάδης), Αθήνα, εκδ. Ι. Δ. Κολλάρος, 1961, σ. 113-115.

[208]     Την εποχή εκείνη η λέξη "Τούρκος" είχε περισότερο θρησκευτική σημασία. Τους επιτιθέμενους Κούρδους, επειδή ήσαν μουσουλμάνοι, οι Ελληνες τους αποκαλούσαν "Τούρκους". Η επιβεβαίωση αυτής της χρήσης του όρου "Τούρκος", γίνεται από το ρήμα "τούρκεψε", που θα πει "άλλαξε την πίστη του", "εξισλαμίστηκε". Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτής της χρήσης του όρου ήταν στο μικρασιατικό Πόντο, όπου οι Έλληνες αποκαλούσαν "Τούρκους" τους εξισλαμισμένους ελληνικούς πληθυσμούς, παρότι αυτοί συνέχιζαν να αυτοορίζονται ως "Ρωμαίοι" και μετά τον εξισλαμισμό τους.

[209]     Θεόφιλος Αγαθονικίδης, "Ο Τουρκικός στρατός αποσύρεται από την Γκιόλια", περ. Ποντιακή Εστία, τ.73, Απρίλιος-Μαϊος-Ιούνιος 1988, σ. 132.

[210]     Στυλιανός Β. Μαυρογένης, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου (Καρσκαγια Ομπλαστ), Θεσσαλονίκη, εκδ. Ευξείνου Λεσχης, 1963, σ. 209-208, Γεώργιος Γρ. Γρηγοριάδης, Ο Πόντος και το Καρς, Αθήνα, 1973, σ. 136.

[211]     ΑΥΕ-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1919, Α/5/VI, A/VI.

[212]     ΑΥΕ-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1919, Α/5/VI.

[213]     "Ευρισκόμενοι μεταξύ αλληλοσυγκρουόμενων φυλών κινδυνεύουσι την στιγμήν ταύτην να αφανισθώσιν από τους προχωρούντας εκ της Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν Κούρδους, Τατάρους... σπεύδουσι να εκπλιπαρήσουν δι' εμού την ελληνικήν Κυβέρνησιν να μην τους αφήσει να χαθώσι." (ΑΥΕ-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1919, Α/5/VI.)

[214]     ΑΥΕ-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1919, Α/5/VI.

[215]     Μιχ. Χρ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, έκδ. Υπ. Εξ., 1921, σ. 87.

[216]     Μιχ. Χρ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, έκδ. Υπ. Εξ., 1921, σ. 87.

[217]     H εκλογή έγινε από την παράνομη μπολσεβικική κομματική συνδιάσκεψη. Οι επικεφαλής της προσωρινής περιφερειακής επιτροπής ήταν οι Ι. Χιώτης, A. Beliakov, I. Zjvanija και S. Kukhaleisvi­li. Λίγο αργότερα ο Ι. Χιώτης εξελέγει γραμματέας της περιφερειακής επιτροπής των μπολσεβίκων στο Σοχούμι και άρχισε έντονο αγώνα κατά των μενσεβίκων. Ο Ιωάννης Χιώτης γεννήθηκε στο Νοβοροσίσκ από οικογένεια λιμενεργατών. Η οικογένειά του ζούσε μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, οι οποίες επιδεινώθηκαν το 1887, όταν πέθανε ο πατέρας του Ιωάννης. Η μητέρα του αναγκάστηκε να εγκατασταθεί στο Τουαψέ με τα παιδιά της, όπου δούλευε σαν ανειδίκευτη εργάτρια. Ο Χιώτης έβγαλε το δημοτικό στην πόλη αυτή. Όταν το 1902 έχασε τη μητέρα του αναγκάσθηκε ο ίδιος να δουλέψει εργάτης σε διάφορες δουλειές. Το 1903 κατέφυγε στο Βατούμι. Εκεί γνωρίστηκε με παράνομους επαναστάτες και εντάχθηκε στις παράνομες οργανώσεις. Με εντολή του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (RSDRP) πήγε στο Σοχούμι για να βοηθήσει την ανάπτυξη της επαναστατικής κίνησης εκεί. Από το 1904 οργανώθηκε στο κόμμα και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στον επαναστατικό αγώνα.(Sokrat Αgelov, Greki v Gruzia, Tιφλίδα, 1990, σ. 37).

[218]     Στον κομματικό πυρήνα συμμετέχουν οι Κ. Εφραίμοφ, Σ. Ποζόφ, Ζ. Αϊντίνοφ, Μ. Κοτάνοφ, Ν. Λάζοφ κ.α. Ο Αϊντίνοφ, ο οποίος προερχόταν από αγροτική οικογένεια, ήταν αυτός που είχε μεταφέρει στη Τσάλκα το 1917 τις νέες ιδέες. Όταν ήταν δώδεκα ετών τον έδωσαν ως εργάτη σε αγρόκτημα που ανήκε στο γαιοκτήμονα Μαγκλή. Από την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ως τον Οκτώβριο του 1917 υπηρέτησε ως μάχιμος στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Εκεί επηρεάστηκε από τις μπολσεβικικές ιδέες και με την επιστροφή του οργανώθηκε στην κομματική οργάνωση των μπολσεβίκων της επαρχίας Μπορτσαλίνσκι. (Sokrat Agelov, Greki v Gruzia, Tιφλίδα, 1990, σ. 39-40).