ΟΠΣΝΕ                ΝΟΣΤΟΣ
















Κείμενα – Επιμέλεια:
Βλάσης Αγτζίδης, Ιστορικός

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Η σύγκρουση με τα καθεστώτα του Καυκάσου και η ίδρυση της Ελληνικής Μεραρχίας

Η σύγκρουση με τα καθεστώτα του Καυκάσου και η ίδρυση της Ελληνικής Μεραρχίας

 

 

Τα κράτη του Καυκάσου

 

            Η πολιτική προς τους Έλληνες

 

            Τα καθεστώτα που προέκυψαν από την κατάρρευση του τσαρισμού ακολούθησαν την πολιτική που θεωρούσαν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του κυρίαρχου έθνους και της ομάδας που κατείχε την εξουσία. Στο στόχαστρο αυτής της πολιτικής βρέθηκαν και οι ελληνικοί πληθυσμοί. Η παραδοσιακή πολιτική σφετερισμού και πίεσης που εφαρμοζόταν στη Ρωσία σε σχέση με τα σχολεία, τους ιερείς, τους δασκάλους, αλλά και με τα κληροδοτήματα συνέχισε να εφαρμόζεται και από τα νέα δημοκρατικά καθεστώτα, παρότι όπως επισημαίνεται, βάσισαν τη δημιουργία τους στις διακυρήξεις περί ελευθερίας και αυτοδιάθεσης των λαών.[22]

 

Στη Γεωργία

 

            Στον Καύκασο η γεωργιανή κυβέρνηση[23] υποχρέωσε με νόμο τους Έλληνες που κατοικούσαν σ' αυτή να δεχτούν τη γεωργιανή ιθαγένεια. Ο γιατρός Κοσμάς Σπυράντης από το Σοχούμι φυλακίστηκε από τη γεωργιανή κυβέρνηση γιατί αντιτάχθηκε στην απόφασή της να στρατολογήσει ελληνοϋπήκοους και τουρκοϋπήκοους Έλληνες.[24] Παρόλη την αντίθεση Γεωργιανών και Ελλήνων στο συγκεκριμένο ζήτημα, υπήρχε στους Γεωργιανούς το αίσθημα περί σύμμαχου έθνους.[25] Βεβαίως σε θεωρητικό επίπεδο καθιερώθηκε ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για κάθε πολίτη, ανεξάρτητα από τη φυλετική καταγωγή και τις πολιτικές ή ιδεολογικές πεποιθήσεις. Υιοθετήθηκε η ελευθερία του λόγου, του Τύπου και των εκλογών. Ταυτόχρονα καθιερώθηκε η υποχρεωτική διδασκαλία της γεωργιανής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία.

Στο Συνέδριο των Ανατολικών Λαών που έγινε στο Μπακού, οι μπολσεβίκοι κατάγγειλαν με πολύ έντονη γλώσσα τη στάση της γεωργιανής κυβέρνησης απέναντι στις μειονότητες και στους γειτονικούς λαούς. Την κατηγόρησαν για "καταδίωξη και εξόντωση των Οσετίνων", για το "κάψιμο ολόκληρων χωριών" στην Αμπχαζία κ.λπ.[26]

 

Στην Αρμενία

 

            Αντίστοιχα προβλήματα παρουσιάστηκαν και στο χώρο της αρμενικής δημοκρατίας.[27] Η αρμενική κυβέρνηση προσπάθησε να στρα­τολογήσει τον ελληνικό πληθυσμό της [28] με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί η πολιτική της από αρκετούς Έλληνες ως "σωβινιστική-εθνικιστική."[29] Η συμπε­ριφορά αυτή χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους μπολσεβίκους για προπαγανδιστικούς λόγους.

 

            Στη Μαριούπολη

 

            Στις περιοχές που κατοικούσε συμπαγής ελληνισμός ο αγώνας έγινε πιο αποφασιστικός. Στη Μαριούπολη δρούσαν αρκετές οργανώσεις Ελλήνων όπως η "Ένωση του ελληνικού λαού της Μαριούπ­ολης" και ο "Σύλλο­γος των Ελλήνων της Μαριούπολης που μετώκησαν από την Κριμαία." Η πάλη που διεξήγαν οι Έλληνες της περιοχής απέβλεπε στην εξασφάλιση της πλειοψηφίας στα διοικητικά όργανα.[30]

 

 

Η Ελληνική Μεραρχία

 

            Πλαίσιο

 

            Η κατάργηση κάθε μορφής κρατικής εξουσίας οδήγησε στη δημιουργία ενόπλων ομάδων των διαφόρων εθνοτήτων αλλά και των πολιτικών παρατάξεων σε όλες τις περιοχές της Υπερκαυκασίας. Ο άγριος αγώνας μεταξύ τους για την εξουσία καθορίστηκε μόνο από τη δύναμη που μπορούσε να παρατάξει η κάθε ομάδα. Τον κανόνα αυτό ακολούθησαν και οι Έλληνες όχι μόνο στην περιοχή του Καρς και Τιφλίδας αλλά και δυτικότερα. Οι πρωτεργάτες είχαν ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική θέση που δεν καθοριζόταν από καιροσκοπισμό, αλλά από αντίληψη των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συμφερόντων του ελληνισμού. Η στάση τους απέναντι στους μπολσεβίκους ήταν βασικά εχθρική. Το κύριο ζήτημα γι' αυτούς ήταν η πολιτική χειραφέτηση του ελληνισμού.

 

            Απόφαση συγκρότησης

 

            Το Νοέμβριο του 1917 συγκλήθηκε στην Τιφλίδα μεγάλη σύσκεψη των τεσσάρων χριστιανικών εθνοτήτων του Καυκάσου, των Γεωργιανών, των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ρώσων. Αποφασίστηκε η στρατιωτική συγκρότηση κατά εθνότητα ανάλογα με τον πληθυσμό της. Στους Έλληνες με 200.000 πληθυσμό αντιστοιχούσε μια μεραρχία με τρία συντάγματα.[31] Σε ημερήσια διαταγή του στρατηγού Prezevalski, ο οποίος ήταν αρχι­στράτηγος στο καυκασιανό μετώπο, αναφερόταν ότι σε κάθε έθνος της Υπερ­καυκασίας που παρέτασσε  στρατό  και ήταν ικανό να υπερασπίσει το μέτωπον, θα του αναγνωριζόταν τα δικαιώματα μετά το τέλος του πολέμου. Για την ίδρυση της Έλληνικής Μεραρχίας πήρε απόφαση το Έλληνικό Εκτελεστικό Κομιτάτο. Για την υλοποίηση της απόφασης αυτής δημιουρ­γήθηκε στην Τιφλίδα Ελληνικός Στρατιωτικός Σύνδεσμος και εκλέχτηκε το προεδρείο των ένοπλων ελληνικών δυνάμεων.[32]

 

            Ηγεσία και δομή

 

Στις 12 Δεκεμβρίου ο αρχιστράτηγος Καυκάσου προσκάλεσε την ελληνική στρατιωτική ηγεσία, η οποία αποτελούνταν από το συνταγματάρχη πυροβολικού Δ. Πανταζίδη, τους συνταγματάρχες του Γενικού Επιτελείου Ανάνιο και Κυληνκάροφ για να αρχίσει η οργάνωση των εθνικών ελληνικών στρατευμάτων. Με ημερήσια διαταγή του στρατηγού Prezevalski επιτράπηκε ο σχηματισμός της Έλληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου, η οποία είχε 3 τακτικά συντάγματα του πεζικού με 3 τάγματα το καθένα και 4 λόχους το κάθε τάγμα. Ως έδρες των συνταγμάτων ορίστηκαν η Τιφλίδα, το Καρς και το Μαγκλίς. Επίσης δημιουργήθηκαν: ένα εφεδρικό σύνταγμα με έδρα το Βατούμι, ένα σύνταγμα του ορεινού πυροβολικού που αποτελείται από 3 πυροβολαρχίες, 1 τάγμα ιππικού από 2 ίλες και 1 λόχος μηχανικού. Η ηγεσία της Έλληνικής Μεραρχίας ορίστηκε σε ελληνικό συνέδριο, το οποίο συνήλθε από τις 29 Δεκεμβρίου 1917.[33]

 

            Επάνδρωση της Μεραρχίας

 

            Mε διαταγές του Ρώσου αρχιστράτηγου μετατέθηκαν οι Έλληνες αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώτες από το ρωσικό στρατό στην Ελληνική Μεραρχία. Την περίοδο αυτή υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό 4.000 Πόντιοι.[34] Στα επιμέρους τμήματα της μεραρχίας αντιστοιχούσε εξοπλισμός του ρωσικού στρατού, τον οποίο άρχισαν να προμηθεύονται με πρωτοβουλία των διοικητών των συνταγμάτων και των λόχων. Η Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου αναγνωρίστηκε με διάταγμα που εξέδοσε η κύβέρνηση της Τιφλίδας. Όλο το υλικό της 4ης ρωσικής μεραρχίας θα παρελαμβανόταν από το επιτελείον του ελληνικού Σώματος.[35] Το γενικό κλίμα της λιποταξίας που κυριαρχούσε στον Καύκασο επηρέασε και τους Έλληνες στρατιώτες με επιπτώσεις στις προσπάθειες συγκρότησης της Ελληνικής Μεραρχίας. Πλήρως επανδρώθηκαν οι συνοριακοί ελληνικοί λόχοι του Καράουργαν, του Μεντερέκ και του Αρνταχάν.[36] Ο Ανεξάρτητος Έλληνικός Λόχος του Καράουργκαν, που υπαγόταν στο 2ο Έλληνικό Σύνταγμα του Καρς[37], προμηθεύτηκε τον εξοπλισμό του από τις στρατιωτικές αποθήκες του Σαρίκαμις. Για τη μεταφορά του οπλισμού απαιτήθηκαν δέκα ιππήλατες άμαξες. Ο συγκεκριμένος λόχος προσέφερε κάλυψη σε οκτώ ελληνικά χωριά της περιοχής Χοροσάν.[38]

 

            Στρατολόγηση πληθυσμού

 

            Οι πρωτεργάτες της προσπάθειας για στρατιωτική οργάνωση των Ελλήνων στην Υπερκαυκασία επισκέφτηκαν όλα τα μέρη που ζούσαν Έλληνες, προσπαθώντας να κατηχήσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς και να κάνουν γνωστό τον σκοπό της συγκρότησης της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου. Ο σκοπός των πρωτεργατών της κίνησης ήταν η συγκέντρωση όλων των Ελήνων ώστε να υπερασπιστούν οι ελληνικές πόλεις και τα χωριά "από την μάχαιραν και την ατιμία των αγρίων Τούρκων" και στο μέλλον, μετά την επικράτηση της ειρήνης, να αποκα­τασταθούν οι δίοδοι επικοινωνίας "μετά της εθνικής υμών πατρίδος Ελλάδος", να αποσταλούν στον ελληνικό στρατό αξιωματικοί και υπαξιω­ματικοί ώστε να διδαχτούν τους ελληνικούς στρατιωτικούς κώδικες και, επιστρέφοντας, να τις διδάξουν στους υπόλοιπους, ώστε με τον τρόπο αυτό "να εμφυσήσωμεν το γόητρον, το αίσθημα... το ιδεώδες του Έλληνος..."[39]

 

Προβλήματα

 

            Παρουσιάστηκαν ωστόσο μεγάλα προβλήματα ως προς την ικανοποιητική ανάπτυξη της Ελληνικής Μεραρχίας. Η κατάσταση διάλυσης, αποσύνθεσης και χάους που επικρατούσε στο χώρο του Καυκάσου επηρέασε και τον ελληνικό πληθυσμό.[40] Ο φόβος για τον πόλεμο συνδυασμένος με την ιδιαίτερη κλίση των Ελλήνων του Καυκάσου στο εμπόριο δεν επιτρέπει τη μαζική επάνδρωση της μεραρχίας. Αλλο μεγάλο πρόβλημα ήταν και η αντίληψη της οργάνωσης του ελληνικού στρατού. Η ηγεσία, έχοντας μια τυπική στρατιωτική νοοτροπία, στόχευε στη δημιουργία στρατού παραδοσιακής μορφής. Απ' ό,τι φάνηκε όμως, οι ανάγκες επιβάλλουν διαφορετική στρατιωτική οργάνωση, η δομή της οποίας έπρεπε να βασίζεται στην οργάνωση τοπικών ένοπλων μονάδων που θα ήταν παράλληλα και ομάδες αυτοάμυνας των περιοχών τους. Η διαφορά αυτή οδήγησε σε συχνές συγκρούσεις του Εθνικού Συμβουλίου με τους στρατιωτικούς αρχηγούς. Η ελληνική στρατιωτική διοίκηση έγινε αποδέκτης πλήθους επιστολών και τηλεγραφημάτων με αιτήματα τη σύσταση αυτοδιοικούμενων λόχων ή ταγμάτων στις πόλεις και στα χωριά με ελληνικό πληθυσμό. Ο φόβος ότι τα χωριά τους θα παρέμεναν αφύλακτα στο έλεος των εχθρών, οδήγησε σε συνεχή φυλλοροή των στρατιωτικών δυνάμεων. Ακόμα και ολόκληροι λόχοι δραπέτευαν παίρνοντας μαζί τους τον οπλισμό τους. Μεγάλο επίσης πρόβλημα δημιούργησε, απ' ό,τι γράφει ο σαφώς αντικομμουνιστής Δ. Πανταζίδης, η μεγάλη επιρροή των μενσεβίκων κυρίως και λιγότερο των μπολσεβίκων στους Έλληνες αξιωματικούς.

 

Αριθμός των ενόπλων Ελλήνων

 

Τελικά η Ελληνική Μεραρχία έφτασε να έχει 3.000 περίπου στρατιώτες, 4 πυροβόλα, 16 μυδραλιοβόλα και 155 ίππους.[41]

            O αριθμός των Ελλήνων ενόπλων στη Ρωσία ξεπερνούσε κατά πολύ τον αριθμό των μετακινούμενων στρατιωτικών μονάδων της μεραρχίας. Πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ότι κάθε ελληνικό χωριό διέθετε ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας, οι οποίες δεν ήταν ενταγμένες στη δύναμη Μεραρχίας. To Παμπόντιο Συνέδριο της Μασσαλίας χαιρέτισε τη δημιουργία της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου. Τηλεγράφημά του "Προς τον μέραρχον των ελληνικών μεραρχιών Καυκάσου" έγραφε: "Απανταχού οι Πόντιοι πλήρεις χαράς και υπερηφανείας, χαιρετίζουν την συγκρότησιν ελληνικών μεραρχιών Καυκάσου. Ευγνωμονούσι δε δι έμπρακτον υποστήριξιν των εθνικών δικαιωμάτων."[42]

 

Σύγκρουση στο Αρνταχάν

 

            Χαρακτηριστικό των δυσκολιών που αντιμετώπισε η προσπάθεια ένοπλης συγκρότησης των Ελλήνων του Καυκάσου, αλλά και των αντιθέσεων που υπήρχαν στην περιοχή, ήταν τα γεγονότα που συνέβησαν με το προωθημένο Ελληνικό Τάγμα του Αρνταχάν, που έδρευε 150 χιλιόμετρα μακριά από το Καρς και υπαγόταν στο 3ο ελληνικό Σύνταγμα. Το τάγμα αυτό επανδρώθηκε με στρατευμένους Έλληνες των χωριών που βρέθηκαν κοντά στην κωμόπολη του Αρνταχάν και της περιφέρειας Γκιόλια. Σ' αυτό εντάχθηκαν και οι λίγοι Ρώσοι της περιοχής. Εκτός από το Ελληνικό Τάγμα δημιουργήθηκαν το Αρμενικό και το Μουσουλμανικό, το οποίο επανδρώνονταν από Κούρδους, Αζερμπαϊτζανούς και Τούρκους. Τη Διοίκηση του ελληνικού Τάγματος αποτελούσαν ένδεκα Έλληνες αξιωματικοί του ρωσικού στρατού.[43] Η Παμμουσουλμανική Οργάνωση του Αρνταχάν, σε συνεργασία με την τουρκική κατασκοπεία που δρούσε στην περιοχή, αποφάσισε τη διάλυση των δύο χριστιανικών ταγμάτων. Πρώτα επιτέθηκε κατά των Ελλήνων στήνοντας ενέδρα στη δύναμη των 200 Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι με 150 έλκυθρα μετέφεραν από το Καρς εξοπλισμό για το τάγμα. Οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη δύναμη των 1.000 και πλέον ατάκτων Κούρδων και αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Η σύγκρουση αυτή έγινε γνωστή ως μάχη του Ζαβόδ και είναι η πρώτη πολεμική σύγκρουση των Ελλήνων με τους μουσουλμάνους στο χώρο του Καυκάσου.[44] Το δεύτερο μέρος του μουσουλμανικού σχεδίου προέβλεπε την κατευθείαν επίθεση κατά του ελληνικού στρατώνα και τη διάλυση του τάγματος μέσα στην κωμόπολη του Αρνταχάν. Οι μουσουλμάνοι πέτυχαν το στόχο τους, αφού είχαν εξασφαλίσει προηγουμένως, όπως υποστηρίζουν οι ελληνικές πηγές, την ανοχή του Αρμενικού Τάγματος. Ένα μέρος από τους στρατιώτες του ελληνικού τάγματος του Αρνταχάν, εντάχθηκε τελικά στο Σύνταγμα του Καρς.[45]

 

Οργάνωση στο Δυτικό Καύκασο

 

Παράδειγμα της οργάνωσης των Ελλήνων στο δυτικό Καύκασο ήταν το Σοχούμι, όπου μέρος των Ελλήνων ήταν οργανωμένο στην Ελληνική Εθνική Οργάνωση.[46] Η Οργάνωση αυτή μετά την αστική επανάσταση του 1917 είχε συνδεθεί με τους μενσεβίκους και αποτέλεσε το Ελληνικό Τμήμα των σοσιαλ­δημοκρατών της Γεωργίας.[47] Παράλληλα δημιουργήθηκε πραγματικός τοπικός ελληνικός στρατός. Λίγο νοτιώτερα, στο Βατούμι, όπου έδρευε ο 1ος λόχος της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου, είχε επίσης ξεκινήσει η προσπάθεια δημιουργίας τοπικού ελληνικού στρατού.[48]

 



[22]      Παράδειγμα τέτοιας συμπεριφοράς ήταν η προσπάθεια της κυβέρνησης της Κριμαίας να οικειοποιηθεί την περιουσία του Ε. Γραμματικόφ, η οποία είχε κληροδοτηθεί στην ελληνική εκκλησία της Θεοδοσίας. Το προεδρείο της ελληνικής κοινότητας της Θεοδοσίας κατήγγειλε την πολιτική αυτή με γράμμα της προς το Σύνδεσμο των εν Ρωσία Ελλήνων, που έδρευε στο Ροστόβ, το Φεβρουάριο του 1919: "Η εν Συμφερουπόλει Κριμαϊκή Κυβέρνησις ... προητοίμαζε καταλλήλως το έδαφος, όπως περιαγάγει υπό την δικαιοδοσίαν της την διαχείρισιν της Γραμματικοφείου περιουσίας, το δε δημαρχείον της πόλεως ... απεφάσισε να διευκολύνη την Κυβέρνησιν εις την πραγματοποίησιν των παρανόμων βλέψεων και διαθέσεών της". H περιουσία που άφησε ο ομογενής Εμμανουήλ Γραμματικόφ, ανήρχετο σε 19.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης στην περιφέρεια της Θεοδοσίας, 2.300 στρέμματα δάσους και οικίες και χάνια στην πόλη. Κατά το διαθέτη, τα 2, 3 των καθαρών εσόδων θα διατίθονταν για την διατήρηση Ελληνα δασκάλου, "κατόχου ευρείας ελληνικής παιδείας προς διάδοσιν αυτής μεταξύ των ελληνοπαίδων της παροικίας της Θεοδοσίας" και για την βοήθεια προς άπορους ομογενείς. Τα ετήσια έσοδα αυτής της περιουσίας υπολογίζονταν σε 140.000. Το έγκυρο και απαραβίαστο της διαθήκης επικυρώθηκε με αυτοκρατορική διαταγή το 1915. Εν τούτοις το κληροδότημα δεν έγινε δυνατόν να αξιοποιηθεί λόγω του δικαστικού αγώνος με αντιδίκους που υποστηρίζονταν από ισχυρούς τοπικούς παράγοντες. (Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, Ο εν Ρωσσία Ελληνισμός, Αθήνα, εκδ. Τρεμπέλα, 1919,  σ. 12-13, Ελευθέριος Παυλίδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα, 1953,  σ. 89.)

[23]      Το ανεξάρτητο κράτος της Γεωργίας ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1918. Αναγνωρίστηκε από τη Σοβιετική Ρωσία και από τις μεγάλες δυνάμεις. Τον Φεβρουάριο του 1921 υπόκυψε στην επίθεση των μπολσεβίκων.

[24]      Σάββας Ι. Κανταρτζής, Νίκη χωρίς ρομφαία, Κατερίνη, τομ. Β', 1974, σ. 218.

[25]      Σάββας Ι. Κανταρτζής, Νίκη χωρίς ρομφαία, Κατερίνη, τομ. Β', 1974, σ. 222.

[26]      To Συνέδριο αυτό έγινε στο Μπακού το Σεπτέμβριο του 1920 και είχε ως στόχο την επικράτηση των μπολσεβίκων και των ιδεών τους στην Υπερκαυκασία. Είναι πιθανόν οι συγκεκριμένες καταγγελίες να εξυπηρετούσαν την πρόθεση των μπολσεβίκων για στρατιωτική επέμβαση στην Γεωργία.

[27]      Ισαάκ Λαυρεντίδης, "Μετοικεσία Καυκασίων 1895-1907", Αρχείον Πόντου, τόμ. 31, σ. 425.

[28]      Γ. Καραπατάκης, "Υπόμνημα περί των Καυκασίων μεταναστών και των προσφύγων του Πόντου", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 3, Μάϊος '75, σ. 28, Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, Ο εν Ρωσσία Ελληνισμός, Αθήνα, εκδ. Τρεμπέλα, 1919, σ. 14.

[29]      N. N. Ioanidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Αlatsara, σ. 28. Oμογενή, "Το κοινωνικό πρόβλημα των Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 80, Ιανουάριος-Φεβρουάριος- Μάρτιος 1990, σ 10.

[30]      Natalia A. Terentjeva, "Οι Έλληνες στην Ουκρανία, 1920-1940" (ρωσ), εισήγηση στο συνέδριο Οι Έλληνες στην Ουκρανία (18ος-20ος αι.) Κοινωνική Ζωή, Εμπόριο, Πολιτισμός, Οδησσός, 25 Σεπτεμβρίου - 2 Οκτωβρίου 1996, Ιβάν Τζούχα, "Η Μαριούπολη απέκτησε ξανά το ελληνικό της όνομα", εφημ. Νέα της Μόσχας, αριθ. 6, σ. 22.

[31]      Στυλιανός Μαυρογένης, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου (Καρσκαγια Ομπλαστ), Θεσσαλονίκη, εκδ. Ευξείνου Λεσχης, 1963, σ. 205. Την περίοδο αυτή οι Ελληνες της Υπερκαυκασίας έχουν εντονότατο το φόβο της σύνθλιψής τους από τον όγκο των γειτονικών εθνών. Το φόβο επιτείνει και η μεγάλη διασπορά των ελληνικών πληθυσμών. Αυτό το αίσθημα εθνικής επιβίωσης αποτελεί το ισχυρότερο κίνητρο για την πολιτική και στρατιωτική τους οργάνωση.

[32]      ΑΥΕ-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Α/5/VI(4), από έκθεση του συντ/ρχη πυροβολικού του τσαρικού στρατού Δ. Πανταζίδη που στάλθηκε στις 28-11-1918 προς τον πρόξενο του Αικατερινοντάρ Τζανέτο.

[33]      Διοικητής της μεραρχίας ορίστηκε ο συνταγματάρχης Ανάνιος. Διοικητής του 1ου Συντάγματος διορίστηκε ο συνταγματάρχης Κυληνκάροφ, του 2ου Συντάγματος ο συν/ρχης Αθανασίεφ (Ρώσος), του 3ου Συντάγματος ο συν/ρχης Ευαγγελίδης, του Πυροβολικού Συντάγματος ο συν/ρχης Δ. Πανταζίδης. Ο λοχαγός Χαρίτοφ διορίστηκε διοικητής ιππικού και διοικητές των τριών πυροβολαρχιών ταγματάρχες Οικονόμου, Σακελλαρίου και Μιχαήλοφ (Ρώσος). [ΑΥΕ-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Α/5/VI(4).]

[34]      Οδυσσεύς Λαμψίδης, Οι Ελληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461-1922), Αθήνα, 1957, σ. 44-45.

[35]      Ελευθέριος Παυλίδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα, 1953,  σ. 26.

[36]      Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Καρς, Λάρισα 1985,  σ. 92.

[37]      AYE-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, A/5/VI(4).

[38]      Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Καρς, Λάρισα 1985,  σ. 67-68.

[39]      ΑΥΕ-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Α/5/VI(4).

[40]      Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Καρς, Λάρισα 1985,  σ. 72.

[41]      ΑΥΕ-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Α/5/VI(4).

[42]      Δ. Ψαθάς, Η γη του Πόντου, Αθήνα, χ.χ., σ. 288, 430, Χ. Σαμουηλίδης, Η ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού, Αθήνα, 1985, σ. 47.

[43]      Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Καρς, Λάρισα 1985, σ. 88-89.

[44]      Στυλιανός Β. Μαυρογένης, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου (Καρσκαγια Ομπλαστ), Θεσσαλονίκη, εκδ. Ευξείνου Λεσχης, 1963,  σ. 207.

[45]      Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Καρς, Λάρισα 1985, σ. 90.

[46]      N. N. Ioanidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Αlatsara, 1990, σ. 26.

[47]      Του ελληνικού εθνικού κινήματος, μενσεβικικής απόκλισης, ηγήθηκαν ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Ι. Πασαλίδης και ο Τσάτσας. (N. N. Ioanidi,  σ. 26.)

[48]      AYE-Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, A/5/VI(4).